σανσκριτική

Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα της ινδοϊρανικής ομάδας, που μοιάζει αρκετά με την αβεστική. Δεν είναι δυνατό να εντοπίσουμε με ακρίβεια την εποχή της εμφάνισης της κλασικής σ., που διαδέχτηκε την αρχαιότερη βεδική ως γλώσσα του ινδικού πολιτισμού· από τα έργα όμως των Ινδών γραμματικών, προκύπτει σαφώς ότι εμφανίστηκε γύρω στον 5o αι. π.Χ. Σε αντίθεση με τα ομιλούμενα διαλεκτικά ιδιώματα, η σ. υπήρξε η φιλολογική γλώσσα, που καθιερώθηκε από τους γραμματικούς και χρησιμοποιήθηκε από ανθρώπους υψηλής μόρφωσης: σ’ αυτήν την κοινωνική τάξη, οφείλει και το όνομά της η σ. (σαμσκρίτα, σημαίνει πράγματι «καλλιεργημένη» ή «τελειοποιημένη», σε αντίθεση με τις ομιλούμενες «φυσικές τρέχουσες γλώσσες»), Στην πραγματικότητα, η σ., στις διάφορες φάσεις της (Ινδία, λογοτεχνία), δε μιλήθηκε ποτέ από όλους, αλλά έμεινε προνόμιο των καλλιεργημένων τάξεων και της πιο υψηλής ταξικής ιεραρχίας, γιατί, όπως φαίνεται, απαγορευόταν να τη μάθουν οι γυναίκες που δεν ανήκαν στη βασιλική οικογένεια. Η σ. έχει ένα σύστημα 46 φθόγγων, 13 φωνηέντων και 33 συμφώνων (λαρυγγόφωνα, ουρανικά, κεφαλικά, οδοντικά, χειλικά, δασέα και ημίφωνα)· τα ονόματα και τα επίθετα έχουν 8 πτώσεις (ονομαστική αιτιατική, οργανική, δοτική, αφαιρετική, γενική, τοπική, κλητική), 3 γένη (αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο) και 3 αριθμούς (ενικό, πληθυντικό, δυικό). Περίπλοκη είναι η κλίση των ρημάτων που υποδιαιρούνται σε 10 τάξεις, με δύο κύριους τύπους (ενεργητικό και μέσο) και 5 δευτερεύοντες (παθητικό, επιτατικό, επιθυμητικό, αιτιολογικό, ονοματικό)· έχει 5 χρόνους με αύξηση και αναδιπλασιασμό, και 3 ονοματικούς τύπους του ρήματος (απαρέμφατο, μετοχή, γερούνδιο). Όταν η σ. ξαναγεννήθηκε σαν εκφραστική μορφή μιας μη θρησκευτικής λογοτεχνίας, είχε δημιουργηθεί οριστικά πια η λογοτεχνική σχολή του είδους εκείνου που ο Ινδοί αποκαλούν «κάβγια» (σύνθεση στολισμένου ύφους). Ιδιαίτερα αισθητή στη σχολή αυτή είναι η επικολυρική λογοτεχνία που οι πρώτες μαρτυρίες που έχουμε προσφέρονται από τα ποιήματα του βουδιστή Ασβαγκόσα (2ος αι. μ.Χ.) τα Βουδατσαρίτα και τα Σαουνταρανάντα, με θέμα τις περιπέτειες του Βούδα και τη μεταστροφή του Νάντα στη νέα πίστη. Το πιο αντιπροσωπευτικό όνομα της επικολυρικής αυτής λογοτεχνίας είναι εκείνο του Καλιδάσα (6ος αι. μ.Χ.) και τα δύο ποιητικά του έργα Κουμαρασαμπάβα (Η γέννηση του Κουμάρ) και «Ραγκουβάμσα (Η γενιά του Ραγκούα) μπορούν να θεωρηθούν πρότυπα ανάμεσα στις συνθέσεις του είδους αυτού, που δεν είχαν ακόμα κατακλυστεί από τις μορφικές εκείνες υπερβολές που χαρακτηρίζουν την κατοπινή παραγωγή. Η λατρεία του φορμαλισμού, μετά τον Καλιδάσα, διαδίνεται όλο και περισσότερο και φτάνει στην υπερβολή. Δε λείπουν, εξάλλου, ονόματα που βρίσκονται ψηλά στην εκτίμηση της ινδικής κριτικής. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι των Μπαράβι, Μπάτι και Μάγκα. Το επικολυρικό είδος αντιπροσωπεύεται ευρύτατα στη σανσκριτική λογοτεχνία, αλλά τα ονόματα που εξέχουν μετά από εκείνα των Μπαράβι, Μπάτι και Μάγκα είναι σπάνια. Ανάμεσα στα πιο αντιπροσωπευτικά και πιο αρχαία λογοτεχνικά είδη της σανσκριτικής φιλολογίας είναι η λυρική ποίηση που τις αρχαιότερες μαρτυρίες της έχουμε από σκόρπιους στίχους σε διάφορες ανθολογίες. Η πρώτη ποιητική σύνθεση που φανερώνει μια κάποια ομοιογένεια περιεχομένου είναι μια συλλογή η Σατασάι (Επτακόσιες στροφές), που η μετάφραση των Πουράνα αποδίδει στο βασιλιά Χάλα Σαταβαχάνα ή Σαλιβαχάνα Αντρα (1ος - 2ος αι. μ.Χ.). Το όνομα του Καλιδάσα κατέχει μια θέση πρώτης γραμμής και στην ερωτική λυρική ποίηση, όπου αντιπροσωπεύεται από δυο μικρά ποιητικά έργα, το Ριτουσαμχάρα (Συνοπτική περιγραφή των εποχών) και το Μεγκαντούτα (Το αγγελιοφόρο σύννεφο) που είχαν πολύ μεγάλη διάδοση κι αποτέλεσαν - το τελευταίο κυρίως - τοπρότυπο μιας μεγάλης σειράς συνθέσεων παρόμοιου χαρακτήρα. Δημοφιλές είναι και το Σρινγκαρασατάκα (Εκατό ερωτικά ποιήματα), που μαζί με άλλα δύο ποιήματα, είναι έργο του Μπαρτριχάρι του πρώτου μισού του 7ου αι. Το αριστούργημα όμως της ερωτικής λυρικής ποίησης είναι το Αμαρουσατάκα (Εκατό ποιήματα του Αμαρού), έργο που χρονολογείται πιθανώς από τον 7o ή 8o αιώνα. Η θρησκευτική ή ερωτικοθρησκευτική λυρική ποίηση στη σ. αντιπροσωπεύεται από μια σειρά μικρών έργων ευλαβικού χαρακτήρα. Ανάμεσα στ’ αρχαιότερα παραδείγματα αναφέρουμε το Τσαντισατάκα (Εκατό ύμνοι της Τσάντι - Ντουργκά) του Μπάνα ή Μπαναμπά-τα (πρώτο μισό του 7ου αι.) και το Σουργιασατάκα (Εκατό ύμνοι του Ήλιου), που ο ποιηιής Μαγιούρα έγραψε για να εξυμνήσει μ’ ευγνωμοσύνη τον Ήλιο. Η ευλαβική έξαρση της θρησκευτικής ποίησης βρίσκει την πιο επιτυχημένη έκφραση στο Κρισνακαρναμρίτα (Το νέκταρ για τ’ αυτιά του Κρίσνα) του Λιλασούκα -Μπιλβαμανγκάλα, ποιητή αβέβαιης χρονολογίας, γιατί άλλοι τον τοποθετούν στον 11o και άλλοι στο 15o αιώνα.
* * *
η, Ν
βλ. σανσκριτικός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • σανσκριτικός — ή, ό, Ν 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην κλασική γλώσσα τών αρχαίων Ινδών 2. το θηλ. ως ουσ. η Σανσκριτική γλωσσ. η κλασική ινδική γλώσσα, φιλολογικά επεξεργασμένη, η οποία θεωρείται πολύ σημαντική, λόγω τού ότι σ αυτήν είναι γραμμένα τα… …   Dictionary of Greek

  • Ασία — I Mία από τις πέντε ηπείρους. Βρίσκεται ολόκληρη σχεδόν στο βόρειο ημισφαίριο, και από γεωμορφολογική άποψη αποτελεί με την Ευρώπη αδιαχώριστη ενότητα, στην οποία δίνεται η ονομασία Ευρασία. H Α. είναι η μεγαλύτερη από όλες τις ηπείρους. Καλύπτει …   Dictionary of Greek

  • κλίση — I (Αστρον.). Κ. τροχιάς ενός πλανήτη είναι η γωνία που σχηματίζει το επίπεδο της τροχιάς του με την τροχιά της Γης, δηλαδή την εκλειπτική. Από τους μεγάλους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, ο Πλούτων έχει τη μεγαλύτερη κ. (17° 18’48’) και ο… …   Dictionary of Greek

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • ντέβα — Προσωνυμία των κατώτερων θεών των Ινδών, που εκπροσωπούσαν το φως και τη φωτιά. Πρόκειται για λέξη σανσκριτική από τη ρίζα ντίο (= που λάμπει). Από τη ρίζα αυτή προέρχεται και η ελληνική λέξη θεός και η αντίστοιχη λατινική deus. Οι θεοί αυτοί δεν …   Dictionary of Greek

  • Μποπ, Φραντς — (Franz Bopp, Μάιντς 1791 – Βερολίνο 1867). Γερμανός γλωσσολόγος. Έθεσε τις βάσεις της συγκριτικής μεθόδου, η οποία συνίσταται στη συστηματική σύγκριση των φωνητικών, μορφολογικών, συντακτικών και λεξικολογικών χαρακτήρων μεταξύ των διάφορων… …   Dictionary of Greek

  • Νεπάλ — Χώρα της νότιας Ασίας. Συνορεύει Β με την Κίνα και Α, Ν και Δ με την Ινδία.Tο Ν., που βρίσκεται ανάμεσα στα υψίπεδα του Θιβέτ και στην πεδιάδα του Γάγγη, εκτείνεται δίπλα στις μεσημβρινές πλαγιές των Iμαλαΐων, σε μια εδαφική έκταση σχεδόν… …   Dictionary of Greek

  • Σοσίρ — (Saussure). Επώνυμο δύο Ελβετών επιστημόνων. 1. Οράτιος Βενέδικτος ντε (1740 – 1799). Φυσιολόγος. Ανάλαβε μια σειρά επιστημονικά ταξίδια στις Άλπεις και πήρε μέρος σε δυο αναρριχήσεις στο Λευκό Όρος. Σε όλες τις περιπτώσεις έκανε πολλές… …   Dictionary of Greek

  • -ικός — (ΑΜ ικός) κατάλ. που προήλθε από τον συνδυασμό τού ΙΕ επιθήματος kο με θέματα σε i . Στην Ελληνική ο συνδυασμός αυτός παραμένει ευδιάκριτος σε επίθ. όπως φυσι κό ς (< φύσι ς), μαντι κό ς (< μάντι ς). Το ΙΕ επίθημα * kο υπήρξε παραγωγικότατο …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.